Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγρίνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγρίνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Απριλίου 2024

Ο επισκέπτης από το χωριό

*βασισμένο σε αληθινή ιστορία


Η μονοκατοικία στη Χατζοπούλου

Η πρωινή νωχελική διάθεση διακόπηκε από το ξαφνικό «ντριν» του κουδουνιού της εξώπορτας.


- «Άσε Μαρία, θα πάω εγώ!», φώναξε η μαυροφορεμένη γιαγιά και σηκώθηκε να πάει να ανοίξει την πόρτα.


Ένα ευγενικός και γλυκομίλητος κύριος, ντυμένος με ένα σκούρο κουστούμι με ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο πέτο του, στεκόταν χαμογελαστός στην είσοδο.


- «Καλημέρα», είπε με ενθουσιασμό, «ήρθα να σας καλέσω στον γάμο!»


Η γιαγιά μου τον κοίταξε με απορία, διακατεχόμενη από μια μικρή δυσπιστία.


«Κάποιος συγγενής από το χωριό θα είναι», σκέφτηκε, «αλλά ποιος να είναι τώρα αυτός και δεν τον θυμάμαι καθόλου;»


- «Περάστε...», του είπε με δισταγμό και νιώθοντας μια ελαφριά ντροπή που δεν πήγαινε το μυαλό της στο ποιος συγγενής ήταν αυτός που ήρθε τόσο δρόμο να μοιραστεί μαζί μας τη χαρά του γάμου του κι εκείνη δεν είχε την παραμικρή ιδέα αν ήταν κάποιος κουμπάρος ή ξεχασμένος βαφτισιμιός ή από κάποιο από τα σόγια, το δικό της ή του μακαρίτη του άντρα της.


Άλλωστε, την δεκαετία του ’80, δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο να δέχεσαι ξαφνικές επισκέψεις στο σπίτι από συγγενείς και γνωστούς οι οποίοι «κατέβαιναν» στην πόλη για τις δουλειές τους και τα ψώνια τους και ερχόταν επί τη ευκαιρία να πουν κι ένα «γεια».


Οι σχέσεις, ελάχιστα εξαρτιόταν από τον βαθμό συγγένειας, αφού ο «ξάδερφος» ήταν εξίσου «ξάδερφος» ήταν πρώτος είτε τρίτος, ενώ η κουμπαριά ισοδυναμούσε με εξ αίματος συγγένιο, αναγνωρισμένο εξίσου από Θεό κι ανθρώπους.


Ο άγνωστος ξένος, μπήκε ευθείς στο χωλ και προχώρησε προς το μικρό δωμάτιο που χρησίμευε σαν καθιστικό της οικογένειας Καρακώστα, λες και είχε έρθει πολλές φορές μουσαφίρης στο σπίτι και το γνώριζε καλά.


- «Κάλεσα και τον Μητσοτάκη και τον Παπανδρέου επίσης!», αναφώνησε εκείνος περιχαρής, με την γιαγιά-Αθανασία να γουρλώνει έκπληκτη τα μάτια της.


- «Θα είναι όλοι εκεί, πολύς κόσμος, για τον γάμο μου με την Μαρία, και φυσικά σας περιμένω κι εσάς!», συνέχισε απτόητα ο ξένος.


Πλέον όμως, ήταν αργά και το... λάθος είχε γίνει.


Το συναίσθημα ντροπής, άρχισε να παραχωρεί τη θέση τους σταδιακά σε αυτό του φόβου. Εξάλου ήταν δυο γυναίκες μόνες με ένα παιδί στο σπίτι, αφού ο πατέρας μου, ως ναυτικός, έλειπε σε κάποιο από τα μακρινά του ταξίδια.


Από την άλλη όμως, το παρουσιαστικό του αγνώστου, καθόλου απειλητικό δεν έμοιαζε. Ίσα-ίσα που θα μπορούσες να υποθέσεις ότι φαινόταν σαν να ήταν μέλος της οικογένειας.


Με τις σκέψεις αυτές, η γιαγιά μου συνόδευσε τον ακάλεστο επισκέπτη στο καθιστικό, εκεί όπου βρισκόμουν κι εγώ προσποιούμενος πως τάχα τρώω το πρωινό μου.


Η μητέρα μου εμφανίστηκε απορημένη από την κουζίνα, σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της.


- «Μαρία θα μας φτιάξεις έναν καφέ, να τα πω εγώ λίγο εδώ με τον... συγγενή που ήρθε από το χωριό;», είπε η γιαγιά μου.


- «Ναι, βέβαια», απάντησε εκείνη. «Πώς τον πίνετε τον καφέ σας…;»


- «Γλυκός θέλω να είναι, σαν την Μαρία μου!», αποκρίθηκε εκείνος.


Προτού αποχωρήσει όμως για να βάλει το μπρίκι στο γκαζάκι, η μητέρα μου δεν παρέλειψε να μου ρίξει μια ματιά γεμάτη νόημα, που ακόμη δεν είχα φάει το πρωινό μου, φέτες ψωμί με βιτάμ και μέλι κι ένα ποτήρι γάλα, σταθερή διατροφική αξία στη ζωή μου εδώ και περισσότερα από 40 χρόνια.


Το νόημα του βλέμματος δεν ήταν άλλο φυσικά από το «τώρα που είναι ο ξένος εδώ, κανόνισε να μην φας το φαγητό σου και να μας κάνεις ρεζίλι ότι δεν τρως» και, καταλαβαίνοντας πολύ καλά τη ματιά της μάνας, έδωσα μια δαγκωνιά ακόμη στη φέτα του ψωμιού.


Οι καφέδες, ελληνικοί βεβαίως αφού άλλος καφές δεν υπήρχε και η σχετική ερώτηση θα ήταν περιττή, ήταν σύντομα έτοιμοι και η γιαγιά μου κάθισε με τον άγνωστο που είχε εξάψει την περιέργεια όλων μας, να τα πουν.


- «Από το χωριό είπατε ότι ήρθατε;», τον ρώτησε δήθεν εκείνη που τόση ώρα πάλευε να θυμηθεί αν και από που τον ξέρει.


- «Ποιο χωριό καλέ; Εδώ, από το Αγρίνιο είμαι και μεθαύριο την Κυριακή στις 16:00, παντρεύομαι την Μαρία! Θα έρθει και ο Μητσοτάκης και ο Παπανδρέου, δεν θυμάσαι που σου το είπα;», της απάντησε εκείνος.


- «Είμαι ο Ιάσωνας και παντρεύομαι την Μαρία, ήρθα να σας δώσω τα καλέσματα!», συνέχισε ο έως τότε ανώνυμος ξένος.


Με το θάρρος που της έδωσε το γεγονός ότι πλέον είχε τουλάχιστον ένα όνομα να πιαστεί, η γιαγιά μου δεν δίστασε να πιάσει το ψιλοκούβεντο μαζί του και να μάθει όλα τα σχέδιά του για το μυστήριο που θα τελούνταν την προσεχή Κυριακή, καταλαβαίνοντας ότι απέναντί της έχει έναν άνθρωπο από τον οποίο δεν είχε τίποτα να φοβηθεί.


Για χρόνια, ο Ιάσωνας τριγύριζε χαμογελαστός πέριξ της Χατζοπούλου, με το χαρακτηριστικά υπερμεγέθες ρολόι με ξυπνητήρι κρεμασμένο στο λαιμό του για να μην ξεχαστεί και δεν φτάσει έγκαιρα στο γάμο του με την Μαρία, προσκαλώντας καλοπροαίρετα στο μυστήριο όποιον συναντούσε μπροστά του.


Μπορεί ο δυστυχής να μην πήρε ποτέ για νύφη την αγαπημένη του, αφού μπήκαν τα σόγια στη μέση και δεν επέτρεψαν να γίνει αυτός ο γάμος, έτσι τουλάχιστον λέγαν στη γειτονιά, η οικογένεια Καρακώστα όμως απέκτησε έναν τακτικό επισκέπτη που κάθε τόσο μας χτύπαγε την πόρτα για να μας δώσει τα καλέσματα, να πιεί τον καφέ του μαζί μας και να μας περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια το πώς φανταζόταν την πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής του!

13 Φεβρουαρίου 2023

Όταν κλείνει ένα μαγαζί στο Αγρίνιο


Εάν κάποτε λέγαμε «όταν ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή» η εποχή μας μάλλον επιβάλει να λέμε «όταν κλείνει ένα μαγαζί, ανοίγει ένα .gr». Μπορεί πολλοί Αγρινιώτες να μείναμε εμβρόντητοι μαθαίνοντας την είδηση ότι στην πόλη μας έκλεισε το υποκατάστημα μεγάλης και γνωστής αλυσίδας πολυκαταστημάτων ηλεκτρονικών και όχι μόνο, σίγουρα όμως οι απολυμένοι εργαζόμενοι βίωσαν πολύ χειρότερα συναισθήματα. Περνώντας έξω από το κλειστό υποκατάστημα και διακατεχόμενος από μια αδικαιολόγητη περιέργεια, τι περιμένει άλλωστε να δει κανείς σε ένα κλειστό μαγαζί, αντίκρισα την πρόσφατα τοποθετημένη επιγραφή που με έβαλε σε διάφορες σκέψεις και με οδήγησε στην προσπάθειά μου να τις καταγράψω.

Αν ανατρέξει κανείς στα δημοσιεύματα του τοπικού ηλεκτρονικού τύπου, κυρίως όμως στα σχόλια των χρηστών κάτω από τις σχετικές αναρτήσεις, δεν μπορεί παρά να αντιληφθεί τις αντιφάσεις που διέπουν την τοπική κοινωνία, και μάλλον όχι μόνο. Αντιφάσεις οι οποίες ενυπάρχουν φυσικά και στον γράφοντα.

Έτσι, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ, τι θέλουμε ως Αγρινιώτες;

Μας ενοχλεί ο ερχομός μιας μεγάλης αλυσίδας στο Αγρίνιο, γιατί θα επιφέρει ανταγωνισμό στα ήδη δοκιμαζόμενα τοπικά καταστήματα, αλλά όταν αυτή κλείνει, ξαφνικά είμαστε όλοι αλληλέγγυοι με τους εργαζόμενους που έμειναν στο δρόμο;

Κατηγορούμε το ηλεκτρονικό εμπόριο, αλλά ποιος από εμάς δεν ψάχνει στα σκρουτζομάγαζα αγνώστου πατρός πριν αγοράσει το παραμικρό, προσπαθώντας να εξοικονομήσει μερικά ευρώ τα οποία ωστόσο θα πληρώσει σε μεταφορικά και αντικαταβολή στη συνέχεια;

Μας ενοχλούν οι ξενόφερτες εμπορικές φιέστες τύπου «Black Friday» που υπάρχουν μόνο και μόνο για να αυξήσουν τον τζίρο των αλυσίδων και να ενισχύσουν τον καταναλωτισμό, αλλά μήπως δεν ψάχνουμε όλοι μας εκείνες τις μέρες για την «μια, μοναδική και καταπληκτική προσφορά» που θα μας επιτρέψει να αγοράσουμε κάτι που λίγες μέρες πριν δεν χρειαζόμασταν καν;

Ένοχος αυτών των αντιφάσεων και ο ίδιος, δεν κουνώ το δάκτυλο σε κανέναν, προσπαθώ μονάχα να διατυπώσω τους προβληματισμούς μου.

Θυμάμαι πριν μερικά χρόνια, όταν έκλεινε μεγάλο κατάστημα εμπορίας αθλητικών ειδών και έκανα το σχετικό ρεπορτάζ, τα λόγια μιας εργαζόμενης: «Γνωρίζαμε ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν είχαμε καμία ενημέρωση, μας έλεγαν ότι ξεπουλάμε για να αγοράσουμε νέο εμπόρευμα…».

Αναρωτιέμαι αν συνέβη το ίδιο και στην πρόσφατη περίπτωση και αναρωτιέμαι επίσης αν περιμένει κανείς ότι εταιρίες αυτών των μεγεθών μπορούν να επιδείξουν μια περισσότερο «ανθρωπιστική» ή «ηθική» ή «εργατοκεντρική» προσέγγιση στις απολύσεις ή τους «εξορθολογισμούς» και «αναδιαρθρώσεις» που πραγματοποιούν.

Δεν μπορώ να μη συνδυάσω στο μυαλό μου το γεγονός αυτό με την περσινή αποχώρηση από την αγορά του Αγρινίου άλλης μιας αλυσίδας, του χώρου της εστίασης αυτή τη φορά. Τότε, είχα υποθέσει ότι αυτό οφείλεται και στην αποχώρηση του Πανεπιστημίου από το Αγρίνιο, αφού φαίνεται ότι λείπει ένα σημαντικό κομμάτι των ηλικιών που μπορούν να υποστηρίξουν τέτοια καταστήματα. Τώρα, φοβάμαι ότι επιβεβαιώνομαι.

Πόσους νέους ηλικίας 18 έως 30 ετών βλέπετε στο Αγρίνιο; Πολλούς; Λίγους; Ορισμένους; Κάθε απάντηση δεκτή, αν και προσωπικά κρατώ μικρό καλάθι. Ας προχωρήσουμε όμως στην επόμενη ερώτηση: πόσοι από αυτούς εργάζονται ή διαθέτουν εισόδημα προς κατανάλωση; Γιατί για κάθε «χλιδάνεργο» που μπορεί να «βολεύεται» με επιδόματα ή κρυφά εισοδήματα, εκείνοι που πραγματικά μαστίζονται από την ανεργία και την έλλειψη προοπτικής σε αυτό τον τόπο, είναι δυστυχώς πολλοί περισσότεροι.

Φοβάμαι πως όσο κι αν προσπάθησαν κάποιοι να υποβαθμίσουν το γεγονός, την ίδια μέρα είδα σε ανάρτηση φίλου ότι έκλεισε το αντίστοιχο κατάστημα στο Άργος, μόνο κακά μαντάτα για την τοπική κοινωνία μπορεί να σημαίνει η αποχώρηση ενός τέτοιου καταστήματος από το Αγρίνιο. Η Παπαστράτου των υψηλότατων ενοικίων, ο πλέον εμπορικός δρόμος της πόλης κάποτε, μετατρέπεται σε φάντασμα του εαυτού της, αντηχώντας την πραγματική αγοραστική δύναμη που δεν υπάρχει πλέον στο Αγρίνιο. Ακόμη και οι καφετέριες της τόσο περίφημης «ανάπτυξης του καφέ» που τόσο στηλιτεύαμε όλοι μας πριν μερικά χρόνια, κάνουν πλέον… downsizing σε ορθάδικα για καφέ στο πόδι.

Όντας προσωπικά «επιρρεπής» στη συχνή αγορά προϊόντων τεχνολογίας, δεν θα μπορούσα παρά κι εγώ να έχω ψωνίσει αρκετές φορές από το εν λόγω κατάστημα. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που το επισκεπτόμουν ως πελάτης, γνώρισα μερικούς από τους υπαλλήλους του, κάποιους με τα μικρά τους ονόματα, και συνηθίζαμε να ανταλλάσσουμε μια-δυο κουβέντες όποτε συναντιόμασταν, εντός καταστήματος ή ακόμη και στο δρόμο. Σε κάθε καταναλωτική μου αναζήτηση, βρήκα κάποιον υπάλληλο πρόθυμο να με εξυπηρετήσει, ακόμη κι αν δεν ήξερα τι ακριβώς ψάχνω και τον παίδευα με τις ερωτήσεις μου. Κάθε φορά που έμπαινα στο κατάστημα, με υποδέχονταν με ευγένεια και χαμόγελο, κάνοντάς με να νιώσω διπλά άβολα, αφού πολλές φορές απλά χάζευα ή σκότωνα το χρόνο μου μέχρι να πάω σε κάποια δουλειά ή ραντεβού.

Μπορεί κάποιος να πει ότι όλα τα εγχειρίδια «καλού πωλητή» περιέχουν κεφάλαια ολόκληρα για τη σημασία του χαμόγελου και της εξωλεκτικής επικοινωνίας γενικότερα, όμως είμαι βέβαιος ότι όλοι μας αντιλαμβανόμαστε ποιο είναι το πραγματικό και γνήσιο και ποιο χαμόγελο υπαγορεύεται από την πολιτική μιας εταιρίας.

Ταυτόχρονα όμως, ξέρω επίσης ότι όλα τα παιδιά εκεί ήταν πραγματικοί και αξιοπρεπείς επαγγελματίες που, δίχως κανείς μας να γνωρίζει τις πραγματικές συνθήκες εργασίας, τις παροχές ή τους μισθούς τους, τις πιέσεις που δέχονταν για στόχους και πωλήσεις ή όχι, έκαναν πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να εξυπηρετήσουν τους πελάτες του καταστήματος για το οποίο εργάζονταν.

Θεωρώ λοιπόν ότι αυτά τα παιδιά άξιζαν κάτι πολύ περισσότερο από τη βαναυσότητα του να ενημερώνονται την ίδια μέρα πως το κατάστημα στο οποίο εργάζονται «κλείνει το απόγευμα» και από την κοροϊδία της «προτεραιότητας πρόσληψης» σε αντίστοιχο υποκατάστημα άλλης πόλης «εφόσον δημιουργούνται θέσεις εργασία», λες και είναι εύκολο ή εφικτό για τον καθένα από αυτούς να ξεσπιτωθεί και να φύγει από την οικογένεια, τους φίλους και τη ζωή του. Πραγματική κουτοπονηριά εκ μέρους της εταιρίας που προσδοκά και να «απαλύνει» δήθεν τον πόνο των απολυμένων αλλά και να τους έχει «καβάτζα», έτοιμους κι εκπαιδευμένους, να κλείσουν όποια τρύπα προκύψει ανά την επικράτεια.

Περισσότερο από όλα όμως, θεωρώ ότι το πλέον εξευτελιστικό για τους ίδιους τους εργαζόμενους αλλά και όλους εμάς σαν πολίτες, ιδιώτες, καταναλωτές ή όποια άλλη ιδιότητα θέλουμε να προτάξουμε, είναι η επιγραφή που με θράσος τοποθετήθηκε πάνω στα κατεβασμένα ρολά του καταστήματος και η οποία μας παραπέμπει για τα ψώνια μας στο ηλεκτρονικό κατάστημα της εταιρίας. Λες και το μεγαλύτερο πρόβλημά μας ως Αγρινιώτες τώρα είναι το που θα βρούμε τζαμάκι για το κινητό μας και όχι το μούδιασμα που μας διακατέχει που μάθαμε ότι κι άλλοι συνάνθρωποί μας προστέθηκαν στα κατάστιχα της ανεργίας.

Εγώ προσωπικά, και σίγουρα δεν είμαι ο μόνος, δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό. Προσβάλλομαι όταν μου λένε ότι κάποιοι άνθρωποι έμειναν άνεργοι αλλά δεν πρέπει να με πειράζει γιατί αντικαταστάθηκαν από ένα .gr Κι αν αυτό το βρίσκω εγώ απεχθές μια φορά, ούτε μπορώ να φανταστώ πως αισθάνονται μέσα τους όλοι εκείνοι που όλα αυτά τα χρόνια μας εξυπηρετούσαν με χαμόγελο, παραγνωρίζοντας ίσως την αβεβαιότητα που καραδοκούσε.

01 Νοεμβρίου 2018

Ο μικρός αναρχικός

Πρέπει να ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα χθες όταν, με πρόφαση πως ψάχνω να εντοπίσω μια διεύθυνση, βρέθηκα να διασχίζω τη κεντρική πλατεία της πόλης μου. Αν και δεν έκανε κρύο, ανέβαινα αργά προς την Παπαστράτου με τα χέρια στις τσέπες της ζακέτας μου, παρατηρώντας βαριεστημένα τους λιγοστούς περαστικούς, θέλοντας να κάνω την επιτηδευμένη βόλτα μου να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Λίγα μέτρα μπροστά μου, προπορεύονταν ένας πιτσιρίκος που, χάρη στην ιδιόμορφη παρατηρητικότητά μου, αισθανόμουν ότι κάπου τον έχω ξαναδεί, ίσως μια φορά, να χορεύει στο δρόμο.

Ξαφνικά, έκανε μια κίνηση που τράβηξε σχεδόν όλη την προσοχή μου επάνω του: έσκυψε δίπλα σ’ ένα φυτεμένο δέντρο και πήρε στο χέρι του τρεις μικρές άσπρες πέτρες, από αυτές που κάποιοι πιστεύουν πως με τη ψεύτικη φυσικότητά τους καλλωπίζουν τα παρτέρια. «Τι θα τις κάνει τις πέτρες»; αναρωτήθηκα. «θα σπάσει κάτι ή θα χτυπήσει κάποιον»; Και με την επίσης ιδιόμορφη περιέργειά μου που ακολουθεί την ανάλογη παρατηρητικότητά μου, αποφάσισα να τον ακολουθήσω διακριτικά, άλλωστε κινούμασταν προς την ίδια κατεύθυνση, για να δω τι σκοπεύει να κάνει.

Μπροστά εκείνος και δέκα-δεκαπέντε μέτρα παραπίσω εγώ, περπατώντας λίγο πιο αργά απ’ ότι συνήθως, δήθεν αδιάφορος αλλά με την προσοχή μου στραμμένη επάνω του. «Που να τις πηγαίνει τρεις μικρές άσπρες πέτρες; Οι κινήσεις του είναι πολύ αποφασιστικές», σκεφτόμουν. Δεν χρειάστηκε να περπατήσουμε πολύ ακόμη, για να δοθεί, έστω πρόσκαιρα, ένα τέλος στις εμμονικές μου σκέψεις. Ο νεαρός σταμάτησε ξαφνικά, στράφηκε προς τον επάνω όροφο ενός καταστήματος, και πέταξε μια πέτρα με δύναμη αλλά αδέξια.

Η πέτρα δεν βρήκε το στόχο της, προφανώς ένα γυάλινο παράθυρο του δευτέρου ορόφου, και ο πιτσιρίκος απογοητευμένος αμόλησε μια δυσνόητη βρισιά. «Προφανώς πρόκειται για μια πράξη στοχευμένη, μάλλον πολιτική», σκέφτηκα αμέσως, ενώ συνέχιζα να περπατώ αργά προς το μέρος του. «Το κατάστημα ανήκει σε αλυσίδα, μάλλον πρόκειται για έναν μικρό αναρχικό που θεωρεί ότι έτσι χτυπά τον καπιταλισμό και τον καταναλωτισμό», ήταν η επόμενη σκέψη μου που ήρθε εντελώς αβίαστα.

Αμέσως όμως, μου πέρασαν κι άλλες σκέψεις από το μυαλό μου: «Μα καλά, γιατί δε χτυπά τη τζαμαρία του ισογείου και σημαδεύει το παράθυρο του πρώτου, δεν θα του ήταν πιο εύκολος στόχος; Ίσως να το δοκίμασε και να είδε ότι δε σπάει εύκολα, το γνωρίζω εξ ιδίας πείρας… Αλλά καλά, τόσο άστοχος είναι; Κοτζάμ παράθυρο και δεν το βρήκε καν με τη πετριά»;

Μια παρέα που περνούσε από το ίδιο σημείο, φάνηκε να μη συμμερίζεται το δικό μου σκεπτικό: «Τι κάνεις εκεί ρε φίλε; Δεν κατάλαβες ότι πήγες να μας χτυπήσεις»; Ο νεαρός προσπαθούσε να ψελλίσει κάτι και να δικαιολογηθεί. «Χαζό θα είναι», σκέφτηκα. «Ναι, πάει και πετροβολάει το μαγαζί αλλά δεν του κόβει καθόλου γιατί το κάνει, ούτε μια απάντηση δεν έχει έτοιμη να δώσει σ’ έναν τυχαίο περαστικό, άσε που πράγματι θα μπορούσε να έχει χτυπήσει τους ανθρώπους».

Είχα πλέον απομακρυνθεί καμιά εικοσαριά μέτρα και διαπίστωσα πως δεν είμαι ο μόνος που ασχολείται μαζί του. Δυο άλλοι νεαροί είχαν βγει από ένα παρακείμενο στενό και έκαναν χάζι το διάλογο του πιτσιρίκου με τη παρέα των περαστικών. Είχα απομακρυνθεί αρκετά και δεν άκουγα τι έλεγαν, κοντοστάθηκα όμως για να δω πως θα εξελιχθεί η κατάσταση.

Θυμήθηκα ότι λίγο πιο κάτω, είχα δει μερικούς μαυροφορεμένους αστυνομικούς, ΟΠΚΕ, ΔΙΑΣ ή κάτι τέτοιο. Αν πήγαινα να το πω στο νεαρό να έχει το νου του; «Ρε φίλε, τι κάνεις εκεί; Δεν αξίζει να σε πιάσουν για ένα σπασμένο παράθυρο, σκέψου το». Αυτό θα του έλεγα. Ήταν κάτι που κι εγώ θα ήθελα να το είχα ακούσει στην ηλικία του, σκεφτόμουν. Από την άλλη όμως, ποιος είμαι εγώ να του πω τι να κάνει; Αν ήμουν εγώ στη θέση του, θα έδινα όντως σημασία στα λόγια ενός τυχαίου περαστικού; «Σίγουρα δεν πάει καλά, ούτε 12:00 δεν είναι, έξω ακόμη έχει κόσμο, κι αυτός πετροβολάει παράθυρα», και με αυτή τη σκέψη, αποφάσισα να συνεχίσω για το σπίτι μου, θέλοντας να πιστεύω πως αυτό ήταν το καλύτερο που είχα να κάνω.

Θα έλεγα ψέματα αν υποστήριζα πως η περίπτωσή του δεν με απασχόλησε. Ήταν ψηλός αλλά αναμφίβολα ήταν ανήλικος, βαριά 18 χρονών. Τι θα καταλάβαινε αν το έσπαγε το παράθυρο; Δεν φοβόταν την αστυνομία ή τον κόσμο που θα τον έβλεπε; Τι νόμιζε ότι θα κατάφερνε; Σκέψεις που γύριζαν στο μυαλό μου, δίχως να μπορώ να δώσω σαφή απάντηση. Ίσως τελικά αυτό το οποίο να με έκανε να «κολλήσω» τόσο με αυτό το περιστατικό, να ήταν επειδή θεωρούσα και τον εαυτό μου εμπλεκόμενο, επειδή δεν έκανα κάποια κίνηση να του μιλήσω, να του εξηγήσω και να ζητήσω κι από εκείνον να μου εξηγήσει.

Σήμερα το μεσημεράκι, αποφάσισα να βγω από το σπίτι με προορισμό το καφενείο του ξαδέρφου μου. Η μέρα ήταν όμορφη κι αποφάσισα να επιμηκύνω τη βόλτα μου, περνώντας πάλι από το κέντρο της πόλης, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε πως θα ξεμάκραινα αρκετά από τον τελικό προορισμό μου. Ο πραγματικός λόγος όμως ήταν βαθύτερος: ήθελα να δω ποιο ήταν το αποτέλεσμα της χθεσινής, τυχαίας μου συνάντησης που σε τόσες σκέψεις με βύθισε, αν κατάφερε τελικά να το σπάσει το ρημάδι το παράθυρο. Άλλωστε, είχε ακόμη τουλάχιστον άλλες δυο πέτρες στη διάθεσή του, ενώ σε περίπτωση που χρειαζόταν ανεφοδιασμό, το παρτέρι δεν έπεφτε και πολύ μακριά.

Δεν ξέρω αν αποτέλεσε πραγματικά έκπληξη που το παράθυρο έστεκε ακόμη στη θέση του, απείραχτο, ακριβώς έτσι όπως ήταν και πριν ξεκινήσει το χθεσινό πετροβόλημα ο πιτσιρίκος. Αυτό όμως που ήταν έκπληξη, είναι πως λίγο κάτω από το παράθυρο, στην άκρη του τσιμεντένιου περβαζιού, βρισκόταν μια πλαστική φουσκωτή μπάλα. Οι σκέψεις που ακολούθησαν, ήταν πολύ περισσότερες από τις χθεσινοβραδινές, κι αυτή τη φορά, είχαν θέσει εμένα στο επίκεντρό τους.


ΥΓ
Μέρος της παραπάνω αφήγησης ενδέχεται να είναι αποκύημα της φαντασίας μου.

23 Οκτωβρίου 2018

Οι θησαυροί του Αγρινίου

«Βραχωρίου Ιχνηλάτες», σε παραλλαγές και συνδυασμούς του γκρι.

Δέκα ομάδες, 13 γρίφοι και δυο δραστηριότητες, πολύ τρέξιμο, ψάξιμο και σκέψη, χαρακτήρισαν το πρώτο «Κυνήγι Κρυμμένου Θησαυρού» στο Αγρίνιο, την Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018. Άξιοι διοργανωτές η Γυμναστική Εταιρεία Αγρινίου σε συνεργασία με τη Σχολή Τοπικής Ιστορίας και Πολιτισμού «Αθανάσιος Παλιούρας» και το Δήμο Αγρινίου. Το πραγματικό κέρδος όμως για τους συμμετέχοντες δεν ήταν τα δώρα που έλαβαν οι τρεις πρώτες ομάδες ή η διασκέδαση που τους πρόσφερε το παιχνίδι, αλλά η χαρά της ανακάλυψης πως το Αγρίνιο κρύβει πολλά μυστικά και ιστορία. Ειδικά όμως όταν η ανακάλυψη αυτή γίνεται από άτομα που δεν κατάγονται από την πόλη, το κέρδος είναι πολλαπλό για όλους.

Συμμετείχα ως μέλος της ομάδας «Βραχωρίου Ιχνηλάτες», με επικεφαλής τον εξάδελφό μου Κώστα Σαλταούρα και μέλη την Ελένη Σαλταούρα, την Εύη Παπαβασιλείου, τη Ραφαέλα Καραγεωργίου, το Θανάση Ζολώτα και τη Σαββίνα Λαβιδοπούλου. Χρώμα μας το γκρι και δύναμή μας η πολυσυλλεκτικότητα της ομάδας, αφού τα τέσσερα μέλη ήταν φοιτητές, οι τρεις μάλιστα προερχόμενες από άλλα μέρη της Ελλάδας.

Η προετοιμασία μας, στοιχειώδης: μια βόλτα την τελευταία βραδιά από κάποια χαρακτηριστικά μνημεία της πόλης, κάτι που μάλλον περισσότερο μας μπέρδεψε παρά μας βοήθησε, και φυσικά η κατασκευή των κονκάρδων που όλα τα μέλη της ομάδας φορούσαν: γκρι πλαίσιο και μια κόκκινη καρδιά που στη μέση της έγραφε «Αγρίνιο». Άλλωστε, θεωρούσαμε πως λίγο-πολύ, ξέρουμε πάρα πολλά για το Αγρίνιο και θα ήμασταν έτοιμοι να ανταπεξέλθουμε σε κάθε γρίφο. Ήμασταν όμως τόσο γελασμένοι…

Το συνεχόμενο τρέξιμο, άλλοτε με τα πόδια κι άλλοτε με το μηχανάκι, αποδείχθηκε πως δεν επαρκούσε για να καλύψει την άγνοιά μας κάποιες φορές και την έλλειψη φαντασίας κάποιες άλλες. Τα τηλεφωνήματα, η συνεχής αναζήτηση στο διαδίκτυο, η κουβέντα με περαστικούς και γνωστούς, κάποιες φορές μας βοήθησαν να φτάσουμε πιο κοντά στη λύση και κάποιες άλλες μας απομάκρυνε περισσότερο.

Η ομάδα όμως, όπως είπαμε, ήταν πολυσυλλεκτική. Διαφορετικές ηλικίες, ενδιαφέροντα, καταγωγές, ανησυχίες. Ο καθένας προσπαθούσε να συμβάλει με τον τρόπο του στην επίλυση του κάθε γρίφου. Μια λέξη εδώ, μια παρατήρηση εκεί, ένα συμπλήρωμα ή μια διόρθωση σε κάποια επιπόλαια σκέψη, και σχεδόν πάντα καταλήγαμε σε μια κοινή απόφαση, ας ήταν και λάθος!

Το τελικό αποτέλεσμα, οι 80 βαθμοί και η 4η θέση, ίσως να αντιπροσωπεύουν τις δυνατότητές μας και τις γνώσεις μας. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, το οποίο δεν αποτυπώνεται στη βαθμολογία, κι αυτό είναι πως όλοι μας, Αγρινιώτες και μη, μέσα από το Κυνήγι του Κρυμμένου Θησαυρού, αγαπήσαμε λίγο περισσότερο αυτή την πόλη, που άλλοι για λιγότερο κι άλλοι για περισσότερο καιρό, βρεθήκαμε να κατοικούμε.

«Δεν ήξερα ότι το Αγρίνιο έχει τόση ιστορία». Δεν θυμάμαι ποιο από τα νεαρότερα μέλη της ομάδας το είπε, θυμάμαι όμως πως ένιωσα μια μικρή υπερηφάνεια, ίσως να μου ξέφυγε κι ένα μικρό χαμόγελο όταν το άκουσα.

Ναι, γιατί όχι; Έχει ιστορία η ασχημούλα του κάμπου, κι όμως κρύβει και ομορφιές, έχει πολλά πράγματα που αξίζουν να τα ξέρεις. Κι αν δεν τα ξέρεις, τότε αξίζει να τα ψάξεις, να τα μάθεις, να ασχοληθείς, να ενδιαφερθείς για τον τόπο και τους ανθρώπους του. Δεν είναι μόνο τα μνημεία, τα κτίρια, οι πλατείες και οι ανδριάντες. Είναι η ιστορία, η κουλτούρα και ο πολιτισμός που κρύβονται πίσω απ’ όλα αυτά. Έννοιες που θεωρούμε πως σήμερα έχουν χαθεί από την πόλη, αρκεί όμως να κοιτάξουμε λίγο πιο διερευνητικά γύρω μας για να τις ξανά-ανακαλύψουμε.

Το Κυνήγι του Κρυμμένου Θησαυρού, δεν τελείωσε. Αντιθέτως, μόλις ξεκίνησε!