Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυτεχνείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυτεχνείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

01 Ιουνίου 2019

Από τη στιγμή που η γενιά του Πολυτεχνείου παντρεύτηκε την εξουσία...

...τα παιδιά της απέκτησαν οιδιπόδειο*

Αν και θεωρούσα τον εαυτό μου σχετικά προετοιμασμένο, μάλλον αποδείχθηκα αδαής και αποτέλεσε για εμένα έκπληξη. Αναφέρομαι στην της Τόνιας Μοροπούλου, και την απόφασή της να κατέβει υποψήφια για τη Βουλή με τη Νέα Δημοκρατία στα Δωδεκάνησα. Μπορεί να ήταν  περισσότερο γνωστή μέχρι τώρα ως ακαδημαϊκός ή και ως μια από τις φωνές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, το Νοέμβρη του 1973, τώρα όμως αποφάσισε, έστω με χαρακτηριστική καθυστέρηση, να ακολουθήσει τα βήματα και το δρόμο που από τις πρώτες χάραξαν η Μαρία Δαμανάκη.

Πολλά γράφονται κάθε τόσο για την ιστορική μνήμη και τη σημασία της «για να μην επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος». Κατά κανόνα όμως αναφερόμαστε σε πολύ παλιότερα γεγονότα, σε πολέμους, προδοσίες και εθνικούς διχασμούς. Κακώς, ξεχνάμε τα πιο πρόσφατα γεγονότα, εκείνα από τα οποία δεν έχει περάσει ούτε καν μισός αιώνας. «Οι μνήμες είναι ακόμη νωπές», συνηθίζουμε να λέμε, και οι αλήθειες στα αλήθεια ενοχλούν, αλλά έτσι παραγνωρίζουμε τη σημασία του σχετικά πρόσφατου παρελθόντος στο σήμερα.

Η κυρία Μοροπούλου λοιπόν, η οποία πριν 46 χρόνια εξεγέρθηκε κατά της Χούντας μαζί με άλλους φοιτητές και νέους, με συνθήματα όπως «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» και καλώντας σε συμπαράσταση όλο το λαό μέσα από το μικρόφωνο του ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου, αποφάσισε να συμπεριληφθεί στους υποψήφιους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας στις προσεχείς εκλογές της 7ης Ιουνίου. Έξυπνη κίνηση, η Νέα Δημοκρατία, όπως όλα δείχνουν μέχρι στιγμής τουλάχιστον, θα είναι η νικήτρια των εκλογών, άρα θα εκλέξει αρκετούς βουλευτές, έχοντας και το πλεονέκτημα των 50 εδρών. Μπορεί και η κυρία Μοροπούλου από τον επόμενο μήνα να αποτελεί ένα νέο μέλος του ελληνικού κοινοβουλίου.

Εξαργυρώνει παλιούς αγώνες; Μια μάλλον επιτυχημένη καριέρα στο Πανεπιστήμιο; Ή απλά προσφέρει άλλοθι σε μια (κεντρο)δεξιά κυβέρνηση; Μάλλον όλα αυτά μαζί. Είναι δικαίωμα του καθενός να πολιτεύεται ή να συμμετέχει στην πολιτική με όποιο τρόπο επιθυμεί. Κρίνεται άλλωστε από το λαό για τις επιλογές του. Η έκπληξή μου όμως έγκειται στο πώς θα καταφέρει η κυρία αυτή να συνυπάρξει στο ίδιο κόμμα με ανθρώπους όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Μάκης Βορίδης. Πως θα ανεχτεί η κυρία Μοροπούλου να βρίσκεται στο ίδιο κόμμα με δυο γνωστούς αρνητές των νεκρών του Πολυτεχνείου; Τι θα τους απαντήσει όταν θα της μιλάνε για την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς που κατασκευάζει ήρωες και νεκρούς»; Πως της φαίνεται που μάλιστα οι δυο προαναφερόμενοι είναι ο πρώτος αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και ο δεύτερος τομεάρχης εσωτερικών, δηλαδή ιδιαίτερα προβεβλημένα στελέχη και μάλιστα πολύ ανώτεροί της στην κομματική ιεραρχία;

Μάλλον θα της είναι αδιάφορο. Γιατί, όπως είπαμε, η κυρία Μοροπούλου, έστω σε αυτή την ηλικία και μετά από αυτή την πορεία ζωής, επέλεξε να παντρευτεί την εξουσία, και μάλιστα στη «δεξιότερη» εκδοχή της. Καταρρίπτοντας μύθους, κατατρώγοντας ότι έχει απομείνει από μια αριστερή αξιοπρέπεια, δεν διστάζει να συνταχθεί με εκείνους που θα έπρεπε κανονικά να έχει αποστομώσει εδώ και χρόνια και να τους έχει βάλει στη θέση τους. Ίσως να ήταν και στρατηγική επιλογή της, ποιος ξέρει; Η δύναμη και η γλύκα της εξουσίας δεν επιτρέπουν τέτοιες διαφοροποιήσεις και εσωτερικούς διχασμούς, όλα αυτά μπαίνουν κάτω από το χαλί όταν βρισκόμαστε μπροστά στο βάζο με το γλυκό.

Προκειμένου να μην φανώ μικροπρεπής, θα ευχηθώ στην κυρία Μοροπούλου «καλορίζικα» για το γάμο της χρονιάς, κι απλά θα αρκεστώ να της υπενθυμίσω ότι τέτοιες συμπεριφορές, δημιουργούν ψυχολογικά στις επόμενες γενιές.


*παλιό αναρχικό σύνθημα

30 Σεπτεμβρίου 2018

Τελικά, ποιοι είναι πιο αδίστακτοι;

«Να φοβάσαι τους νοικοκυραίους, είναι αδίστακτοι». Δε θυμάμαι αν το διάβασα σε κάποιο τοίχο ή τρικάκι, αν το φώναξα ο ίδιος ή απλά κάποιος μου το είπε. Δεν έχει σημασία όμως, γιατί η αλήθεια είναι πως οι «νοικοκυραίοι», και ακόμη περισσότερο εκείνοι που τους παριστάνουν, είναι ένα από τα απεχθέστερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.

Πρόκειται στην ουσία για ανθρώπους της μικροαστικής τάξης, στριμωγμένους ανάμεσα στους αστούς και τους εργάτες, παραδοσιακά το πλέον συντηρητικό και αντιδραστικό τμήμα της κοινωνίας, τον περίφημο «εθνικό κορμό». Όνειρό τους η κοινωνική ανέλιξη, για την οποία είναι ικανοί να πράξουν, να υποστούν, να υπομείνουν και να ανεχθούν το οτιδήποτε. Εφιάλτης τους, μήπως ξεπέσουν ακόμη χαμηλότερα, μαζί με εκείνους που θεωρούν κατώτερούς τους. Κι αν για να πετύχουν το πρώτο είναι ικανοί για πολλά, για να μη ταυτιστούν με το δεύτερους, είναι ικανοί για τα χειρότερα.

Τους γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά. Είναι εκείνοι που επέτρεψαν επί επτά χρόνια στη Χούντα να δρα ανενόχλητη. Αν τους ρωτήσεις, έχουν την απάντηση έτοιμη, σαν αναμασημένη καραμέλα: «κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα, έφτιαξαν δρόμους, είχαμε ησυχία». Δεν τους ένοιαζε αν ο γείτονάς τους βρισκόταν στην εξορία, αν όσοι αντιστέκονταν βασανίζονταν, φυλακίζονταν, δολοφονούνταν. Αρκεί που οι ίδιοι, είχαν την ησυχία τους, την τάξη τους και την ασφάλειά τους, με ανταλλαγή το σκύψιμο του κεφαλιού, άξιοι απόγονοι εκείνων που υποδέχτηκαν μια γενιά πριν τους Γερμανού Ναζί ως «φίλους».

Του είδαμε πάλι ως «αγανακτισμένους πολίτες», στο Πολυτεχνείο το '73, να καραδοκούν γύρω από το ίδρυμα μαζί με χωροφύλακες και παρακρατικούς, για να δείρουν και να βοηθήσουν στο κυνήγι των φοιτητών και νεολαίων που τόλμησαν να πουν το δικό τους «όχι» στη δικτατορία.

Έκτοτε, τους πετυχαίνουμε σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, τα περίφημα «σταγονίδια», να κινούνται ανάμεσα από τη Νέα Δημοκρατία και τα ακροδεξιά κόμματα που κάθε τόσο δημιουργούνται, γιατί ξέρουν ότι υπάρχει έδαφος γι’ αυτά, με αποκορύφωμα το ντροπιαστικό 7% της Χρυσής Αυγής στις εθνικές εκλογές το Σεπτέμβριο του 2015.

Τους είδαμε μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, το Δεκέμβριο του 2008, να διαμαρτύρονται, όχι για την εν ψυχρώ δολοφονία ενός παιδιού, αλλά επειδή αναστατώθηκε η τάξη απ' όσους βγήκαν στο δρόμο «για ένα κωλόπαιδό που τι ήθελε στα Εξάρχεια»;

Τους ακούσαμε, όταν δολοφόνησαν οι χρυσαυγίτες τον Παύλο Φύσσα, το Σεπτέμβριο του 2013, να λένε «ε τα ήθελε κι αυτός, αν δεν τους πειράξεις, δε σε πειράζουν».

Τους βλέπουμε κάθε φορά που κάποιος προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι, να συντάσσονται με τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις και ιδέες, ενάντια στον οποιονδήποτε απειλεί την ησυχία τους, τη βόλεψή τους, την ελπίδα τους ότι θα «γίνουν κάποιοι» αν συνεχίσουν να επιδεικνύουν την υποταγή τους. Να «καταδικάζουν τη βία, απ' όπου κι αν προέρχεται», να τηρούν «ίσες αποστάσεις» αλλά να κλείνουν επιδεικτικά το μάτι στους φασίστες και την εξουσία.

Είναι εκείνοι που μικροί πήγαιναν προσκοπάκια, χωρίς όμως ποτέ να μάθουν να αγαπάνε τη φύση, μόνο τους βιομήχανους. Στέλναν τα παιδιά τους στα κατηχητικά, αλλά δεν τους έμαθαν την αγάπη στον πλησίον, όταν αυτός είναι ξένος, μετανάστης, διαφορετικός, αδύναμος.

Μέχρι τώρα όμως, τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν, δεν τους είχαμε δει να δολοφονούν. Το λυντσάρισμα του Ζακ Κωστόπουλου, λίγες ημέρες πριν, ενός αδύναμου κι ακίνδυνου ανθρώπου, μέρα μεσημέρι, στο κέντρο της Αθήνας, μας έδειξε ότι είναι ικανοί ακόμη και γι’ αυτό. Δε με ενδιαφέρει το εάν και ποιος ήταν ο νεκρός, για το εάν μπήκε να κλέψει ή όχι, για το εάν ήταν επικίνδυνος, αν το μαχαίρι ήταν δικό του ή οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια. Γιατί μπροστά στη δημόσια εκτέλεση που έλαβε χώρα και μάλιστα μπροστά σε ένα αμέτοχο κοινό, όλα τα υπόλοιπα, είναι λεπτομέρειες.

Ευελπιστώ πως μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα η αλήθεια θα λάμψει. Θα μάθουμε ποιος ήταν ο Ζακ Κωστόπουλος αλλά και ποιο είναι το πραγματικό ποιόν των δύο δολοφόνων. Θα δούμε και ποιοι άλλοι αποτέλεσαν ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς σε αυτή την απαίσια πράξη. Οι νομικοί του μέλλοντος, θα μελετούν την υπόθεση και θα αναρωτιούνται αν τελικά υπάρχει συλλογική ευθύνη. Η χυδαία αντιμετώπιση της περίπτωσης από τα ΜΜΕ, ίσως να διδάσκεται ως παράδειγμα προς αποφυγή σε σχολές δημοσιογραφίας.

Το περίεργο όμως σε αυτή την υπόθεση, δεν είναι το πως αντέδρασαν οι «νοικοκυραίοι-μαγαζάτορες». Δεν είναι καν περίεργο που βγήκαν τόσοι να υπερασπιστούν ως κάτι το αποδεκτό το δημόσιο λυντσάρισμα. Είπαμε, οι νοικοκυραίοι είναι αδίστακτοι. Το περίεργο για εμένα όμως είναι άλλο. Θα περίμενε κανείς, πως μετά από τόσες δεκαετίες και τόσα περιστατικά, το ποιοι είναι οι «νοικοκυραίοι», θα ήταν γνωστό σε όλους. Σε όλους, εκτός από κάποιους δημοσιογράφους, φαίνεται, από αυτούς που υποτίθεται πως ξέρουν καλύτερα. Αυτοί που υποτίθεται πως γνωρίζουν, πως έχουν κάνει ρεπορτάζ, πως ξέρουν ότι πάντα, ανάμεσα στους νοικοκυραίους, κρύβονται και οι φασίστες.

Ανενημέρωτοι ή προπαγανδιστές; Μπορεί τίποτα από τα δυο. Απλά, φοβούνται μη χάσουν το πελατολόγιό τους και τις διαφημίσεις τους. Ίσως αυτοί τελικά να είναι οι πιο αδίστακτοι.

Δημοφιλείς Αναρτήσεις