Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

04 Σεπτεμβρίου 2018

Absolutum Conservatum*

«Αυτό (Σ.Σ. εννοεί το μάθημα των Λατινικών) πάτε και το αντικαθιστάτε με την Κοινωνιολογία. Δηλαδή μ’ ένα μάθημα, απλώς για να κάνουν τα παιδιά αριστερά». Άδωνις Γεωργιάδης, βουλευτής και αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, μιλώντας χθες το βράδυ (Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018) σε τηλεοπτική εκπομπή, με αφορμή την κατάργηση του μαθήματος των Λατινικών από τις Πανελλαδικές εξετάσεις της ερχόμενης χρονιάς.

Πρόκειται για μια σκέψη που διαχρονικά διατρέχει την ελληνική κοινωνία, βρίσκοντας έκφραση σε διάφορες αντιλήψεις και στερεότυπα, όπως η νεοφοβία, οι υπόνοιες για την ελευθεριότητα των φοιτητών, οι αντιδράσεις απέναντι σε κάθε μορφή διεκδίκησης των νέων. Εδώ και δεκαετίες μάλιστα, ο ακροδεξιός τύπος της Ελλάδας εκφράζει αυτή του τη μισαλλοδοξία έχοντας εφεύρει και τη σχετική λέξη, στα ελληνικά φυσικά, όχι στα λατινικά: «θολοκουλτουριάρης», εννοώντας εκείνον του οποίου η καλλιέργεια και το σκεπτικό είναι δυσπρόσιτα στο μέσο άνθρωπο.

Κι αμέσως, το διαδίκτυο και η blogόσφαιρα γέμισαν με «Dum spiro spero» και «Cogito ergo sum», από άτομα που με το ζόρι μιλούν και γράφουν ικανοποιητικά την ελληνική, αντί να βρεθεί ένας να θέσει την εξής πολύ απλή ερώτηση: «τι σημαίνει ότι μια επιστήμη είναι αριστερή»; Μια ερώτηση που δεν του απεύθυναν ούτε οι δημοσιογράφοι της εκπομπής, ούτε οι συνομιλητές του κ. Γεωργιάδη. Σήμερα, μια μέρα μετά την ανεκδιήγητη αυτή δήλωση, το θέμα απαντάται μόνο σε μέρος του Twitter και κάποια φιλοκυβερνητικά site. Στα mainstream μέσα, πέρασε ντούκου (πιθανή λατινική ρίζα;). Φανταστείτε τι θα γινόταν όμως αν κανένας βουλευτής από την απέναντι μεριά έκανε κάποια αντίστοιχη δήλωση, του τύπου ότι «η Νομική είναι μια συντηρητική επιστήμη»...

Απαράδεκτοι και ασυγχώρητοι όλοι, γιατί ακόμη και αν τα έχασαν από την ακραία ειλικρίνεια του κ. Γεωργιάδη, ο χρόνος αντίδρασης και τα μέσα έκφρασης υπάρχουν, για εκείνους που άλλες φορές αποδεικνύονται λαλίστατοι. Γιατί, αυτό που είπε ο αντιπρόεδρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μέλος του ελληνικού κοινοβουλίου, δεν είναι μια ανοησία, όπως έσπευσαν να καταδείξουν ορισμένοι. Είναι μια μεγάλη αλήθεια για το φόβο που έχει η Εξουσία, η κάθε Εξουσία, απέναντι σε ένα μορφωμένο (και ενημερωμένο θα προσθέσω εγώ) λαό. Άθελά του ίσως, άλλωστε είναι γνωστός για τον αυθορμητισμό του τον οποίο μετά τρέχει να συμμαζέψει, ο κ. Γεωργιάδης αποκάλυψε για άλλη μια φορά τον ακραίο συντηρητισμό που διακρίνει εκείνον, τον πολιτικό χώρο στον οποίο ανήκει, αλλά και, δυστυχώς, τις απόψεις μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας: Ο «μορφωμένος», είναι «επικίνδυνος», γιατί σκέφτεται κι έτσι μπορεί να κρίνει.

Αυτή τη φορά όμως, στο στόχαστρο δεν μπήκε γενικά η διανόηση, αλλά η επιστήμη της Κοινωνιολογίας, η οποίας, όπως φαίνεται, ανήκει στις «αριστερές» επιστήμες, σύμφωνα πάντα με τον κ. Γεωργιάδη. Μια επιστήμη η οποία εξετάζει την οργάνωση των ανθρώπινων κοινωνιών και τις μεταξύ τους πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, είναι «αριστερή» λοιπόν, και αυτό ειπώθηκε ανερυθρίαστα. Μάλιστα. Τότε, σύμφωνα με την ίδια λογική, υπάρχουν και «δεξιές» επιστήμες; Ίσως αυτές να λειτουργούν με μια διαφορετική μέθοδο, η οποία δεν περιλαμβάνει την παρατήρηση, την υπόθεση, το πείραμα, τα αποτελέσματα και την ερμηνεία, αλλά να βγάζουν πιο «στάνταρ» δεδομένα. Ίσως, όταν έρθει ο ίδιος στην εξουσία, να ζητήσει να μπουν στο περιθώριο μερικές αντεθνικές επιστήμες, να κλείσουν κάποια Πανεπιστημιακά τμήματα ή ακόμη και όλα τα Πανεπιστημιακά τμήματα, αφού άλλωστε ο ίδιος προωθεί την ιδιωτική παιδεία, όπου ο καθένας θα μπορεί να επιλέξει σπουδές που δεν θα τον φέρουν σε επαφή με μιαρές επιστήμες και ιδέες.

Δε θα υποστηρίξω το κλισέ πως η Παιδεία στην Ελλάδα πάσχει. Πιστεύω ειλικρινά πως το εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται σε ένα αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο, έχοντας ωστόσο μεγάλα περιθώρια βελτίωσης, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται τα μαθήματα. Εκείνο όμως στο οποίο πάσχουμε σοβαρά, είναι η αντίληψή μας για την Παιδεία ως ένα μέσο κοινωνικής και οικονομικής ανόδου, μέσω της εξασφάλισης μιας θέσης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και με την κατάλληλη ρουσφετολογική ή πελατειακή υποβοήθηση.

Αν και προσωπικά δεν ξέρω γρι λατινικά, πέρα από εκείνα που έμαθα διαβάζοντας Asterix ως παιδί, δεν είμαι υπέρ της κατάργησης του μαθήματος από τις Πανελλαδικές εξετάσεις, αν και σαφώς τα ενδιαφέροντά μου κλίνουν σαφώς προς τη μεριά της Κοινωνιολογίας (τουσέ, Άδωνι). Είμαι αναφανδόν υπέρ όμως μιας μεταστροφής της αντίληψης που έχουμε ως κοινωνία για τη γνώση και την επιστήμη κατ' επέκταση. Όχι μια αντίληψη όπως αυτή που προανέφερα, αλλά ως ένα μέσο προσωπικής ανάπτυξης και ικανοποίησης των ενδιαφερόντων μας και της περιέργειάς μας πρώτιστα, το οποίο μπορεί να επιφέρει ή όχι μια βελτίωση του κοινωνικού μας status.

Γιατί, στην περίπτωση που αντιμετωπίζουμε την Παιδεία απλά εργαλειακά, τότε δε χρειάζεται ούτε η κατάργηση των Λατινικών ούτε άλλων μαθημάτων ή επιστημών για να μειωθεί το εκπαιδευτικό επίπεδο. Τότε, η Εξουσία έχει ήδη νικήσει, αφού έχει καταφέρει να μας μετατρέψει σε μορφωμένους παπαγάλους. Η έως τώρα ιστορία, δυστυχώς, δείχνει ακριβώς αυτό.


ΥΓ
Σε καμία περίπτωση δεν εξωραΐζω το ρόλο της Επιστήμης, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί πολλάκις για την εξουσιαστική καθυπόταξη του ανθρώπου και της φύσης. Όσο όμως η παιδεία μας εξαντλείται σε ό,τι προσφέρουν κράτος και θεσμοί, τόσο αυτή δε θα μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο χειραφέτησης.


*Απόλυτος Συντηρητισμός, σε dog latin.

30 Μαρτίου 2018

Από την «Αριστερά της Ευθύνης» στη «Δεξιά του Κυρίου»

Νομίζω ότι πολλοί θα διαφωνήσουν αλλά για εμένα, τα κόμματα και οι πολιτικές θέσεις, βρίσκονται τοποθετημένα επάνω σ' έναν άξονα που εκτείνεται από τα αριστερά προς τα δεξιά. Ναι, σίγουρα πολλές φορές αυτά μετακινούνται πέρα-δώθε κατά το δοκούν και συχνά δυσκολεύομαι να τα τοποθετήσω επακριβώς, πιστεύω όμως πως ο άξονας και το δίπολο αριστερά-δεξιά υπήρχαν και θα υπάρχουν, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, μετατρέποντας τον άξονα ακόμη και σε κύκλο, με θεωρίες των δύο άκρων και δε συμμαζεύεται.

Έτσι, κάθε φορά που δημιουργείται ένα νέο κόμμα, προσπαθώ να καταλάβω τι σημαίνει αυτό. Πρόκειται για μια προσπάθεια να καλυφθεί κάποιο κενό στον άξονα; Υπάρχει ένα ακροατήριο ψηφοφόρων το οποίο τόσα χρόνια δεν εκφράζονταν πολιτικά και κάποιος προσπαθεί να γίνει η φωνή τους στο Κοινοβούλιο; Ή απλά πρόκειται για ένα «παιχνίδι», ένα «τζογάρισμα» ενός πολιτικού αρχηγού, το οποίο θα εξαργυρωθεί αργότερα, για εκείνον και για όσους «έξυπνους» πάρει κοντά του;

Αν και θα μου άρεσε να ισχύει μια από τις πρώτες εξηγήσεις, όσο περισσότερο παρακολουθώ αυτά που γίνονται στην ελληνική πολιτική σκηνή τις τελευταίες δεκαετίες, όλο και περισσότερο πιστεύω ότι τα γκρουπούσκουλα, δεν είναι προνόμια της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αλλά άλλη μια συνισταμένη του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Πως αλλιώς να εξηγήσει κανείς την περίπτωση της κυρίας Κατερίνας Μάρκου, η οποία από βουλευτής της Δημοκρατικής Αριστεράς βρέθηκε στο Ποτάμι και πρόσφατα στη Νέα Δημοκρατία; Και μετά από αυτό, μπορείς κανείς να παρεξηγήσει τον Φώτη Κουβέλη, που μετά από μια δεκαετία, ξαναβρέθηκε δίπλα στο ΣΥΡΙΖΑ, αυτή τη φορά ως αναπληρωτής Υπουργός Άμυνας; Ή τι να πει κανείς για εκείνον τον αθεόφοβο Σταύρο Θεοδωράκη, που όντας επικεφαλής του Ποταμιού έθεσε υποψηφιότητα για Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ; Κι αν πάμε λίγες δεκαετίες πίσω, οι περιπτώσεις πολλές: Σαμαράς με Πολιτική Άνοιξη, Δημήτρης Αβραμόπουλος με Κόμμα Ελλήνων Πολιτών, Ντόρα Μπακογιάννη με Δημοκρατική Συμμαχία, και σίγουρα πολλοί άλλοι που ξεχνάω αυτή τη στιγμή.

Λέγεται, πως στα τέλη της δεκαετίας του '90 έλαβε χώρα μια «ιστορική» για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα συνάντηση στο Πολεμικό Μουσείο. Εκεί, έχω ακούσει να λένε χωρίς να μπορώ να το επιβεβαιώσω, συναντήθηκαν εκπρόσωποι ελληνικών ακροδεξιών κομμάτων και ομάδων, και αποφάσισαν να ενσωματωθούν σ' έναν φορέα, κατά τα πρότυπα του Λεπενικού Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία, ευελπιστώντας να κατέλθουν στις επόμενες εκλογές με ένα «σοβαρό-δημοκρατικό» μανδύα, και να κερδίσουν μερικές έδρες, κάτι το οποίο τους ήταν ακατόρθωτο έως τότε. Όπως είπα, την ιστορία αυτή δεν μπορώ να την επιβεβαιώσω. Η δημιουργία όμως του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού με επικεφαλής τον καθ’ όλα χαρισματικό για το κοινό στο οποίο απευθύνεται, Γιώργο Καρατζαφέρη, η συμμετοχή στο ΛΑΟΣ στελεχών απ' όλο το φάσμα της ακροδεξιάς και η εκπλήρωση του στόχου της «νομιμοποίησης» αλλά και εκλογής πολλών εξ' αυτών στα Κοινοβουλευτικά έδρανα, είναι μια ισχυρή ένδειξη για την παραπάνω ιστορία.

Βέβαια, και αυτό το κόμμα, είχε την τύχη των υπολοίπων που προανέφερα: κάποια «έξυπνα» στελέχη, όπως ο Μάκης Βορίδης και ο Άδωνις Γεωργιάδης, μεταπήδησαν με ευκολία στην Νέα Δημοκρατία, μαζί τους και ο Θάνος Πλεύρης, ο οποίος σίγουρα στεναχώρησε τον μπαμπά του που παρέμεινε πιστός στο ΛΑΟΣ. Παράλληλα, άλλα εξυπνοπούλια την έκαναν ή επέστρεψαν στη Χρυσή Αυγή, καταφέρνοντας κι εκείνοι την εκλογή τους. Σε αυτή την περίπτωση, ο υποτίθεται ευφυέστατος Γιώργος Καρατζαφέρης, μάλλον την πάτησε, μένοντας σχεδόν μόνος στο κόμμα που έγινε σκαλοπάτι για την είσοδο της ακροδεξιάς στην mainstream ελληνική πολιτική σκηνή της χώρας.

Έτσι, δεν μπορώ παρά να είμαι διπλά επιφυλακτικός κάθε φορά που ακούω για δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα. Ο άξονας, είναι ήδη γεμάτος, θέσεις και πολιτικές υπάρχουν, και δεν πρέπει να επιτραπεί στους διάφορους τυχάρπαστους που τον διαβαίνουν ξεδιάντροπα δεξιά-αριστερά να μετατραπούν σε ρυθμιστές της πολιτικής στην Ελλάδα.

02 Φεβρουαρίου 2015

Πρώτη φορά Αριστερά και ευθύνες

Η συντομότερη αλλά στην πραγματικότητα ίσως η μακρύτερη προεκλογική περίοδος στην Ελλάδα, έλαβε επιτέλους τέλος αναδεικνύοντας νικητή το κόμμα του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το βράδυ της Κυριακής 25 Ιανουαρίου προέκυψε η πλέον αριστερή διακυβέρνηση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την βραχύβια Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης το 1944, περισσότερο γνωστής ως «Κυβέρνηση του Βουνού», αλλά και την παρένθεση της αριστερής ρητορείας του ΠΑΣΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του '80. Αν και η «Κυβέρνηση του Βουνού» όμως ήταν καθόλα νομιμοποιημένη στα μάτια των υποστηρικτών της, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να είναι αδιαμφισβήτητα νομίμως εκλεγμένη, δεν έχει κερδίσει όμως ακόμη την πλήρη νομιμοποίησή της, και μάλιστα πρώτα απέναντι στους ίδιους τους ψηφοφόρους της. Τι μπορούμε λοιπόν να περιμένουμε και, κυρίως, τι πρέπει να απαιτήσουμε από την σημερινή αριστερή διακυβέρνηση της χώρας ώστε να ικανοποιεί την ιδιότυπη «πρωτιά» της;

Πρώτα απ' όλα, ας μην έχουμε καμία αυταπάτη ότι τα υψηλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ οφείλονται σε μια ξαφνική αριστερή στροφή των Ελλήνων. Τον ΣΥΡΙΖΑ τον ψήφισαν σαφώς αριστεροί αλλά πολύ περισσότερο κεντρώοι, ακόμη και δεξιοί. Ο λόγος δεν είναι άλλος από την απογοήτευση που κυριάρχησε σε μεγάλα και διαφορετικά τμήματα της κοινωνίας από τα αυστηρά μέτρα που πήρε η προηγούμενη κυβέρνηση και τον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε να βγάλει την χώρα από την οικονομική κρίση. Τα μέτρα αυτά δικαίως δυσαρέστησαν πάρα πολλούς, και ο Αλέξης Τσίπρας με το επιτελείο του το εκμεταλλεύτηκαν πολύ καλά προβάλλοντας την ελπίδα για μια εναλλακτική διαχείρισης της κρίσης. Επομένως, το πρώτο και κύριο που πρέπει να απαιτηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι να τηρήσει τις δεσμεύσεις του απέναντι στην διευρυμένη εκλογική του βάση. Το ζητούμενο είναι όχι μόνο να εφαρμοστεί η οικονομική πολιτική και να ακολουθήσει των δρόμο των διαπραγματεύσεων που ευαγγελίζονταν προεκλογικά, αλλά και η ουσιαστική αμφισβήτηση του οικονομικού μοντέλου που μας έφτασε ως εδώ. Η ευθύνη αυτή μάλιστα ξεπερνά κατά πολύ την τυπική σχέση πολιτευτή-εκλογικού σώματος και καθίσταται πολύ πιο ουσιαστική, αφού στις περασμένες εκλογές έχουμε την μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων, πολλών για πρώτη φορά, στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.

Η Αριστερά όμως δεν πρέπει να έχει το βλέμμα της στραμμένο μόνο στους οικονομικούς δείκτες αλλά πρέπει να κοιτάζει σταθερά και προς την ίδια την κοινωνία. Μια σειρά από κατακτήσεις σε όλα τα επίπεδα χάθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, θυσία στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης που ποτέ δεν ήρθε. Πέρα όμως από τα εργασιακά δικαιώματα υπάρχουν και άλλα, κοινωνικά, φυλετικά, θρησκευτικά, δικαιώματα στην υγεία και την παιδεία, που πρέπει να τεθούν υψηλά στην ατζέντα των νέων υπουργών της Κυβέρνησης. Είναι επιπλέον μια σειρά σοβαρών κοινωνικών ζητημάτων που κανείς ποτέ δεν τόλμησε να προωθήσει στη χώρας μας, όπως ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας, τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, η αποποινικοποίηση των μαλακών ναρκωτικών, που αποτελούν μόνο μερικά. Επιπλέον, υπάρχουν και ζητήματα καθημερινότητας στα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να δώσει μια «αριστερή» απάντηση, από την λειτουργίας της δικαιοσύνης, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, μέχρι την ανεργία και την εγκληματικότητα. Ας ελπίζουμε η συγκυβέρνηση με το δεξιό κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων να μην αποτελέσει πολιτικό άλλοθι. Άλλωστε, σε άλλες χώρες δεν απαιτήθηκαν αριστερές κυβερνήσεις για να λυθούν θέματα που εδώ και αιώνες έχει θέσει ο Διαφωτισμός.

Πέραν όμως όλων αυτών, η νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα έχει ευθύνη πρώτα απ' όλα απέναντι στην ίδια την Αριστερά, με όλες τις αποκλίσεις και αποχρώσεις της. Το τι θα καταφέρει ή όχι ο ΣΥΡΙΖΑ για όσο χρονικό διάστημα βρεθεί στην εξουσία, είναι αυτό που θα χαρακτηρίζει την έννοια «Αριστερά» στην Ελλάδα για τα επόμενα 50 χρόνια. Και η ευθύνη αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη από όλες τις προηγούμενες. Αποτελεί ευθύνη όχι μόνο απέναντι σε όλο τον ελληνικό λαό, αλλά και απέναντι στην Ιστορία και σε όσους αγώνες έχουν δοθεί όλες αυτές τις δεκαετίες από τον κόσμο της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, όχι μόνο στο ελληνικό ή ευρωπαϊκό κοινοβούλιο αλλά ακόμη περισσότερο στον δρόμο και τους χώρους εργασίας. Πρώτη φορά Αριστερά λοιπόν, αλλά με ευθύνες βαριές.